- κοκόνα
- η1. ονομασία γυναικών αρχοντικής καταγωγής, κυρία, κυρά.2. ονομασία χαϊδευτική γυναίκας και μάλιστα κόρης.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
κοκόνα — η 1. (ως προσηγορία γυναικών αριστοκρατικής καταγωγής) κυρία, κυρά, δέσποινα 2. (ως θωπευτική προσηγορία γυναίκας) αγαπητή, καλή 3. ειρων. αυτή που κάνει τη μεγάλη κυρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ρουμαν. cocoană] … Dictionary of Greek
κοκονίτσα — η (υποκορ. τού κοκόνα), μικρή κοκόνα ή κόρη τής κοκόνας … Dictionary of Greek
κόνα — η κοκόνα, κυρά. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοκόνα, με συγκοπή τής πρώτης συλλαβής] … Dictionary of Greek
cocon — COCÓN1, coconi, s.m. 1. (pop.) Termen de politeţe care denumeşte un bărbat; domn. 2. (înv. şi pop.) Fiu, fecior (aparţinând unor părinţi din clasele sociale înalte). 3. (înv. şi reg.) Copil mic, abia născut, prunc. [var.: cucón s.m., cónul … Dicționar Român